Η ΠΕΡΙΒΟΗΤΗ ΛΕΞΗ ‘ΤΑΛΕΝΤΟ’

Μία από τις πιο συνηθισμένες ερωτήσεις που ακούμε από τους περισσότερους γονείς που μας προσεγγίζουν, είναι αν το παιδί τους πρέπει να έχει ταλέντο στην μουσική για να ξεκινήσει μαθήματα.

Τί σημαίνει “ταλέντο”; Ετυμολογικά, ο πιο απλός ορισμός που θα συναντήσουμε είναι “το φυσικό χάρισμα, η ιδιαίτερη ικανότητα και επιδεξιότητα που παρουσιάζει κάποιος σε έναν τομέα, συχνά ήδη από τα πρώτα στάδια της ενασχόλησής του με αυτόν”.

Ικανότητα, επιδεξιότητα, δεξιοτεχνία, ταλέντο, έφεση, φυσικό χάρισμα, έμφυτη κλίση. Πολλοί, διάχυτοι όροι στο μυαλό μας που γεννούν ακόμη περισσότερες, διάχυτες απορίες. Είναι το ταλέντο απαραίτητη προϋπόθεση ενασχόλησης και επιτυχίας; Αρκεί μόνο το ταλέντο; Πώς αναγνωρίζουμε ένα ταλέντο και πώς το καλλιεργούμε; Το ταλέντο προϋπάρχει, αποκτιέται, εξασκείται; Πόσο “έμφυτη” μπορεί να είναι η ικανότητά μας να τραγουδάμε ή να παίζουμε δεξιοτεχνικά ένα μουσικό όργανο; Κατά πόσο γεννιόμαστε με τέτοιου είδους ταλέντα;

Καταρχάς, ας ξεκινήσουμε διαχωρίζοντας τις έννοιες ικανότητα και (επι)δεξιότητα. Ικανότητα είναι μια σωματική ή διανοητική ιδιαιτερότητα που έχει κάποιο άτομο και το κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους, ενώ δεξιότητα είναι η αποτελεσματικότητα με την οποία το άτομο διαχειρίζεται την ικανότητά του αυτή. Από τον συγκεκριμένο διαχωρισμό και μόνο, αντιλαμβανόμαστε αμέσως ότι η δεξιότητα εξ’ ορισμού επέρχεται κατόπιν εκπαίδευσης, εξάσκησης, επισταμένης ενασχόλησης και αφοσίωσης. Για να μετατραπεί, λοιπόν, μια απλή ικανότητα σε μια θαυμαστή επιδεξιότητα, μεσολαβεί απαραίτητα χρόνος και κόπος. Και αυτό, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι κανόνας ζωής, αδιαμφισβήτητος και απαράβατος.

Από πού προκύπτει, όμως, αυτή η ιδιαίτερη ικανότητα, την οποία θα κληθούμε να εξασκήσουμε για να διακριθούμε και να επιτύχουμε; Είναι όντως έμφυτη; Είναι στο DNA μας; Είναι γονιδιακή; Οι περισσότεροι από τους επιστήμονες, μέχρι πρότινος, πίστευαν ακράδαντα στην κληρονομικότητα ενός ταλέντου, κάποιοι από τους οποίους μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρούν το γονίδιο πολύ ισχυρότερο των όποιων άλλων περιβαντολλογικών παραγόντων που θα μπορούσαν να το υπερσκελίσουν. Και ήταν τόσο υπερεκτιμημένες όλες αυτές οι θεωρίες που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί, που σε πολλές περιπτώσεις συντέλεσαν στο να περιοριστεί ή ακόμα και να εμποδιστεί πλήρως η ανάπτυξη κάποιων καλλιτεχνικών ή άλλων ικανοτήτων.

Ευτυχώς, όμως, αυτές οι θεωρίες τείνουν να καταρριφθούν. Σύμφωνα με νέες μελέτες του Αμερικανού γενετιστή David Shenk, κληρονομικά χαρίσματα, όπως τουλάχιστον συνηθίζουμε εμείς να τα εννοούμε, δεν υπάρχουν. Κανείς δεν γεννιέται με το γονίδιο να γίνει σολίστας στο πιάνο ή βιρτουόζος στην κιθάρα. Τα ταλέντα δεν είναι έμφυτα, δεν προϋπάρχουν. Τα ταλέντα ξεδιπλώνονται μέσα από το περιβάλλον, διαμορφώνονται και αναπτύσσονται μέσα από την εκπαίδευση, την προσπάθεια και την επιμονή! Σύμφωνα, δε, με τον Καναδό καθηγητή Malcolm Gladwell αλλά και με ακόμη πιο πρόσφατες έρευνες επιστημόνων του Πανεπιστημίου της Washington στο Seattle, το κεφάλαιο όπου ήθελε το DNA ως έναν στατικό αποτύπωμα, έναν μη διαμορφώσιμο παράγοντα, έχει, πλέον, κλείσει οριστικά. Αλλά, ακόμα και στις περιπτώσεις που η φύση φαίνεται να μας έχει θέσει κάποια ανασταλτικά (σωματικά ή διανοητικά) “όρια”, ο Shenk στο βιβλίο του “The Genius in all of us” αποδεικνύει ότι με ισχυρή θέληση και κατάλληλη εκπαίδευση μπορούμε να τα ξεπεράσουμε και αυτά, απλά ελέγχοντας τις επιδράσεις του περιβάλλοντος. «Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει κλίση στη μουσική», δηλώνει. Και είναι χιλιάδες τα παραδείγματα των ανθρώπων που το έχουν αποδείξει αυτό και το αποδεικνύουν καθημερινά.

Αυτό που σωστότερα, λοιπόν, θα μπορούσαμε, να ορίσουμε ως ταλέντο, είναι η έντονη ανάγκη, το υπερβολικό ενδιαφέρον, η διακαής επιθυμία για ενασχόληση με κάτι, στην προκειμένη περίπτωση με την μουσική, και όχι απλά κάποιο θείο χάρισμα. Είναι η ικανότητα του να ακούς τον εαυτό σου και τα θέλω σου και να δοκιμάζεις τις δυνάμεις σου σε κάτι που σε τραβάει σαν μαγνήτης και επιθυμείς να το απολαύσεις και να το κατακτήσεις. Όσο ισχυρότερη είναι αυτή η ανάγκη τόσο δημιουργικότερη θα είναι και η ενασχόληση. Και τότε είναι που έρχεται η εκμάθηση και η σκληρή δουλειά. Για να μετατραπεί η ανάγκη σε έκφραση και η επιθυμία σε εκπλήρωση και ανάδειξη.

Ξέρουμε, το μυαλό σας κατακλύζεται από βιντεάκια παιδιών από την Ασία ή αλλού που έχετε κατά καιρούς δει, να παίζουν σε νηπιακές ηλικίες κιθάρα καλύτερα και από τους πιο ακριβοπληρωμένους κιθαρίστες του πλανήτη ή κάποια άλλα κοριτσάκια, ύψους maximum ενός μέτρου που η φωνή τους συναγωνίζεται επ’ άξια την συγχωρεμένη Whitney Hiouston. Λογικό. Εύλογα, μπορείτε, όμως, να αντιληφθείτε ότι αυτά τα παιδιά, απ’ όσο θυμούνται τον εαυτό τους, δεν ασχολήθηκαν ποτέ και δεν ασχολούνται ακόμη και σήμερα με τίποτα άλλο παρά μονάχα με την μουσική και στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις που όλοι έχουμε δει, εντελώς καταναγκαστικά μάλιστα. Αυτά τα παιδιά δεν έχουν παίξει σαν παιδιά, έχουν μεγαλώσει και μεγαλώνουν σαν ενήλικες. Και όσο θαυμαστό και αν φαντάζει το αποτέλεσμα που εμείς απολαμβάνουμε στο YouTube, τόσο λυπηρό τελικά είναι, άμα το καλοσκεφτείς.

Πέραν, όμως, του όποιου εξαναγκασμού – που κακώς συμβαίνει αλλά συμβαίνει πολλές φορές -, το να μπορεί ένα μικρό παιδί να παίζει ένα δύσκολο για την ηλικία του κλασσικό κομμάτι στο πιάνο ή το να μπορεί να τραγουδά σε τρεις οκτάβες, δεν είναι μόνο θέμα πολύωρης και κοπιαστικής εξάσκησης αλλά και τονικής αντίληψης. Τονική αντίληψη είναι η ικανότητα ενός ανθρώπου, μικρού ή μεγαλύτερου, να μπορεί να παίξει στο μουσικό του όργανο μια μουσική σύνθεση πολύ γρήγορα και με πολύ μεγάλη ευκολία, συχνά ακόμα και μόνο με το πρώτο της άκουσμα. Τονική αντίληψη, δηλαδή, είναι η ικανότητα της άνετης και ταχείας αναγνώρισης αλλά και αναπαραγωγής του σωστού ύψους και των σωστών διαστημάτων των τόνων, το γνωστό σε όλους μας, δηλαδή, “μουσικό αυτί¨”.

Το αυτί μας όπως και ολόκληρο το υπόλοιπο σώμα μας εξασκείται, γυμνάζεται. Και τί εννοούμε με αυτό; Μαθαίνει να ακούει καλύτερα. Εκπαιδεύεται. Καλλιεργείται. Όσο περισσότερο εξασκήσουμε το αυτί μας, τόσο υψηλότερη αντιληπτική ικανότητα στον ήχο θα αποκτήσουμε. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όλοι όσοι ασχολούνται με την μουσική θα πρέπει να έχουν αλλά και να αποζητούν συνεχώς πολλά, καινούρια και διαφορετικά ακούσματα. Όσα περισσότερα και συχνότερα τα ακούσματά μας και από όσο μικρότερη ηλικία μπορεί να γίνει αυτό, τόσο καλύτερο μουσικό αυτί θα αποκτήσουμε. Και όταν παίζουμε ένα μουσικό όργανο εξασκούμε το αυτί μας. Και αν ασχοληθούμε με την αρμονία, το solfège και το dictée τότε θα έχουμε ενισχύσει ακόμη περισσότερο την ακουστική μας ικανότητα. Εννοείται πως όταν μιλάμε για “μουσικό αυτί” δεν αναφερόμαστε σε αυτό που ακούμε αλλά σε αυτό που αντιλαμβανόμαστε ότι ακούμε. Και κάπως έτσι οδηγούμαστε στην μουσική αντίληψη, στην μουσική και ρυθμική νόηση.

Υπάρχουν συνολικά οκτώ είδη νοημοσύνης, σε διαφορετικά σημεία του εγκεφάλου μας. Ένα από αυτά είναι και η μουσική ή ρυθμική νοημοσύνη. Και για να σας προλάβουμε και πάλι, όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε και τα οκτώ είδη! Το σημείο του εγκεφάλου όπου κατοικεί η μουσική μας νόηση είναι το δεξί ημισφαίριο, εκεί δηλαδή όπου γίνεται η επεξεργασία όλων μας των ακουσμάτων. Το δεξί μας ημισφαίριο, λοιπόν, και η μουσική του νόηση είναι αυτά που αντιλαμβάνονται τον ρυθμό ενός κομματιού, την μελωδία του, την χροιά του, το είδος του. Αυτή η μουσική αντίληψή μας, όπως και όλες οι υπόλοιπες υπάρχουν σε όλους μας και μπορούν να εξασκηθούν από όλους μας εξίσου! Σύμφωνα με πολλούς πλέον επιστήμονες, το ποιες από αυτές θα εξασκήσουμε περισσότερο και μέχρι ποιο βαθμό, έγκειται σε μας και στο περιβάλλον στο οποίο θα αναπτυχθούμε, όχι στο DNA μας.

Ο παράγοντας περιβάλλον είναι καθοριστικός. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα σε ένα σπίτι με διαρκή ακούσματα τα οποία εναλλάσσονται σε ύφος και σε είδος, ένα παιδί που από πολύ μικρό περιτριγυρίζεται από μουσικά όργανα, που ακούει τους γύρω του να εκφράζονται συνεχώς μέσα από την μουσική, ένα παιδί που έχει παρακολουθήσει πολλά μουσικά δρώμενα, συναυλίες ακόμα και όπερες, αυτό το παιδί δεν γεννήθηκε με υψηλότερη μουσική αντίληψη από κάποιο άλλο, δεν ήταν πιο χαρισματικό ή πιο ευλογημένο από την φύση ή τον Θεό. Και αν αυτό το παιδί μεγαλώντας αγαπήσει ακόμη περισσότερο την μουσική και αποζητά την ενασχόληση μαζί της, αν αυτό το παιδί μοχθήσει, προσπαθήσει, εξασκηθεί, κουραστεί και μια μέρα εξελιχθεί σε έναν αξιόλογο μουσικό, δεν θα τα έχει καταφέρει ως δια μαγείας. Θα τα έχει καταφέρει γιατί η δημιουργικότητα βρήκε πρόσφορο έδαφος για να καλλιεργηθεί, γιατί η μουσική αντίληψη εξασκήθηκε και γιατί η δεξιοτεχνία επήλθε μετά από πολύ κόπο και μόχθο.

Η δικαιολογία, λοιπόν, “δεν έχω μουσικό αυτί” ή “δεν έχω καθόλου μουσική αντίληψη” ως προς την γενετήσια, τουλάχιστον, ανατομία του εγκεφάλου του καθενός απορρίπτεται. Υπάρχει, βέβαια ένα ποσοστό του πληθυσμού που γενετικά αντιμετωπίζει μία δυσκολία στο πεδίο της μουσικής του νοημοσύνης, η οποία εντοπίζεται στην αδυναμία του να ξεχωρίσει στοιχειωδώς δύο διαφορετικούς διαδοχικούς τόνους μεταξύ τους αλλά αυτό το ποσοστό είναι πραγματικά ελάχιστο. Όπως ελάχιστο είναι και το ποσοστό των ανθρώπων που διαθέτουν το “απόλυτο αυτί”, για το οποίο και πάλι ευθύνεται μία γενετήσια ανατομική διαφοροποίηση, που, όπως συνηθίζεται σε όλες τις περιπτώσεις “ανωμαλιών” κάποιων εγκεφάλων, όταν υπάρχουν boost-άρουν, λειτουργούν θετικά δηλαδή, σε κάποιο τμήμα των δραστηριοτήτων τους. “Απόλυτο αυτί” διαθέτει εκείνος που μπορεί αμέσως να αναγνωρίσει το ύψος ενός και μόνο τόνου, χωρίς να τον συγκρίνει με κανέναν άλλον.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν είναι μόνο το μουσικό αυτί αυτό που θα ωθήσει κάποιον να ασχοληθεί με την μουσική και να επιτύχει, αλλά η γενικότερη μουσική του αντίληψη. Και ο Μπετόβεν, που κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του υπήρξε κωφός, ήταν από τους πρώτους που μας το απέδειξαν αυτό και μάλιστα περίτρανα. Και δεν ήταν ο μόνος φυσικά. Mandy Harvey, Sean Forbes, Brian Wilson, Evelyn Glennie, Johnnie Ray είναι μερικά μόνο από τα πολλά γνωστά ονόματα επιτυχημένων κωφών ή με περιορισμένη ακοή μουσικών. Αν η μουσική και η κώφωση ήταν δύο έννοιες απόλυτα ασύμβατες, τότε στις σχολές κωφών δεν θα διδασκόταν η μουσική αγωγή! Εξάλλου, είναι πολλά και συχνά τα παραδείγματα των ανθρώπων που, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουν τις ίδιες δυνατότητες και την ίδια άνεση σε σχέση με κάποιους άλλους, καταλήγουν να προσπαθούν πολύ περισσότερο και να επινοούν νέους τρόπους και νέες μεθόδους προκειμένου να τα καταφέρουν. Η υπερβολική ευχέρεια, συχνά, καταλήγει στην επανάπαυση και την τεμπελιά.

Για να καταλήξουμε, λοιπόν, στην ερώτηση των γονιών περί μουσικού ταλέντου των παιδιών τους, θα απαντήσουμε, όπως έγινε σαφές και από τα παραπάνω, ότι καλό θα ήταν να σταματήσουν να εστιάζουν την προσοχή τους στην αναζήτηση ενός έμφυτου μουσικού χαρίσματος και να ασχοληθούν, πριν απ’ όλα, με το κατά πόσο το παιδί τους αγαπά πραγματικά την μουσική. Θέλει να ασχοληθεί με την μουσική; Αποζητά την έκφραση, την απόλαυση, την χαρά, την δημιουργία μέσω της μουσικής; Κάθε παιδί, κάθε άνθρωπος, για να επιτύχει σε κάποιον τομέα χρειάζεται πρώτα απ’ όλα να τον αγαπά, να θέλει να ασχοληθεί μαζί του. Πρέπει, όμως, να είναι και πρόθυμος να επιμείνει σε αυτόν και να παλέψει με όποιο κόστος για να τα καταφέρει. Χρειάζεται και τα κατάλληλα μέσα για να το κάνει αυτό. Θέλει γονείς που θα συμβάλλουν σε αυτό, ενισχύοντάς το, επενδύοντας χρόνο και προσοχή στα ενδιαφέροντά του, γονείς που δεν θα απαγορεύσουν, δεν θα πιέσουν, αλλά που θα επιβραβεύσουν, που θα κατευθύνουν το παιδί τους με βάση τις δικές του ανάγκες και τα δικά του όνειρα και όχι τις δικές τους ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Θα χρειαστεί γονείς αρωγούς. Θα χρειαστεί όμως και εμπειρίες, ποσοτικά και ποιοτικά ερεθίσματα. Θα χρειαστεί και έναν δάσκαλο, έναν καλό δάσκαλο, έναν έμπιστο οδηγό, που θα τον βοηθήσει να πραγματοποιήσει το ταξίδι του και να το ευχαριστηθεί.

Μην ψάχνετε για θαύματα. Ακόμα και ο Μότσαρτ, που αποκαλείται παιδί θαύμα, δεν ξύπνησε μια μέρα ξαφνικά στα 6 του, κάθισε στο πιάνο και συνέθεσε ένα συμφωνικό έργο, έτσι, από το πουθενά! Ναι, είχε αστείρευτη δημιουργικότητα, ευρηματικότητα και φαντασία, είχε ένα καταπληκτικό αυτί, ένα άψογο μέτρημα, μία εξαιρετική τεχνική τόσο στο πιάνο όσο και στο βιολί, μια απίστευτη ικανότητα αποστήθισης και πόσα ακόμα. Ο Μότσαρτ, όμως, είχε και την τύχη να γεννηθεί και να μεγαλώσει σε μία οικογένεια μουσικών, σε ένα σπίτι γεμάτο από μουσικά όργανα, με έναν πατέρα εξαίρετο δάσκαλο, σε έναν τόπο και μια εποχή όπου η κλασσική μουσική γνώρισε το μεγαλύτερό της άνθος και είχε την δυνατότητα να ταξιδέψει από μωρό σε πολλούς χώρους υψηλής μουσικής καλλιέργειας της εποχής. Ναι, ήταν μουσική ευφυΐα. Αλλά κανένας επιστήμονας δεν έχει αποδείξει ότι η μουσική ευφυΐα του προϋπήρχε της γέννησης του. Ο Μότσαρτ ήταν ένα παιδί θαύμα, όπως και όλα τα παιδιά του κόσμου εξάλλου.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s