ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΛΑΤΙΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

A: η νότα Λα. Το τονικό ύψος 440 παλμών/δευτερόλεπτο (Hertz) και η μεταφορά του σε όλες τις οκτάβες.

A Cappella: φωνητική μουσική χωρίς συνοδεία οργάνου. Όπως δηλαδή αποδιδόταν στο παρεκκλήσι, όπου, σε αντίθεση με τον καθεδρικό ναό, δεν υπήρχε εκκλησιαστικό όργανο.

Accelerando: επιταχύνοντας.

Adagio: “άνετα”, “αργά”.

Ad lib. (Ad libitum): επιλεκτικά, σύμφωνα με την επιθυμία του ερμηνευτή.

Agnus Dei: “ο Αμνός του Θεού”, μέρος της Θείας Λειτουργίας των Καθολικών.

Air: ένα τραγούδι ή μια μελωδία.

Albumblatt: η σελίδα ή το φύλλο ενός βιβλίου και, μεταφορικά, ένα μικρό ή εύκολο μουσικό κομμάτι.

Alla Breve: σε χρόνο 2/2.

Allargando: “διευρύνοντας”. Όλο και πιο αργά, χωρίς να χαθεί η πληρότητα του ήχου.

Allemande: Γερμανικός χορός του 16ου αιώνα, γραμμένος αρχικά σε διμερές μέτρο. Κατά τη διάρκεια του 17ου και 18ου αιώνα αποτελούσε το πρώτο μέρος μιας σουίτας.

Andante: “προχωρώντας”. Κάπως αργά, αλλά όχι και τόσο.

Anglais: “Αγγλικός”. Όρος με πολλαπλές έννοιες. Αφορά σε οτιδήποτε μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει αγγλικό χαρακτήρα.

Appassionato: γεμάτος πάθος.

Arabesque: “Αραβούργημα”. Με αναφορά στα διακοσμητικά στοιχεία με λουλούδια της αραβικής αρχιτεκτονικής. Ένα “διακοσμητικό” μελωδικό κομμάτι.

Arco: το δοξάρι.

Arpeggio: οι νότες μιας συγχορδίας που παίζονται διαδοχικά η μια μετά την άλλη.

Ars Antiqua: η Παλαιά Τέχνη. Η έντεχνη μουσική της Ευρώπης του 12ου και του 13ου αιώνα.

Ars Nova: η Νέα Τέχνη. Όρος που χρησιμοποίησε ο Philippe De Vitry για να περιγράψει τη μουσική της εποχής του (14ος αιώνας) και τις διαφορές της από την Ars Antiqua.

Assai: πολύ, υπερβολικά.

Assoluto: απόλυτο.

A tempo: “ξανά στο χρόνο”. Επαναφορά στην αρχική ταχύτητα του κομματιού.

B: η νότα Σι. (Στη Γερμανική αλφαβητική σημειογραφία, η νότα Σι ύφεση.)

Beat: ο χτύπος, ο χρόνος, η κίνηση. (Στη τζαζ σημαίνει τον ρυθμικό παλμό της μουσικής.)

Bemoll: η ύφεση.

Bequadro: η αναίρεση.

Berceuse: νανούρισμα.

Buffo: γελοίο, αστείο.

C: η νότα Ντο.

Cadenza: ένα εκτενές σόλο προς το τέλος, συνήθως, του κομματιού. Άλλοτε αυτοσχέδιο, άλλοτε “γραμμένο” από τον συνθέτη.

Camerata: Όρος που χρησιμοποιήθηκε τον 16ο αιώνα για την ομάδα ποιητών και μουσικών που συναντιόντουσαν στα σπίτια αριστοκρατών της Φλωρεντίας και από τις συζητήσεις τους αναπτύχθηκε η όπερα. Στη συνέχεια, ο όρος χαρακτήριζε μικρές μουσικές σχολές ή σχολές Τέχνης. Σήμερα, διάφορα συγκροτήματα μουσικής δωματίου χρησιμοποιούν τη λέξη Camerata στον τίτλο τους.

Carezzando: χαϊδεύοντας, χαϊδευτικά.

Comodo: με άνεση, βολικά.

Courante: (“που τρέχει”) Γαλλικός χορός, δημοφιλής τον 17ο αιώνα, που διαδόθηκε και στην Ιταλία.

Clusters: ομάδες φθόγγων που απέχουν μεταξύ τους κατά ένα διάστημα δεύτερης.

Crescendo: βαθμιαία αύξηση της έντασης.

D: η νότα Ρε.

Decrescendo (και diminuendo): βαθμιαία μείωση της έντασης.

Diluendo: που διαλύεται, που σβήνει.

Di Molto: πολύ.

Dolce: γλυκό.

E: η νότα Μι

Espressivo: εκφραστικά.

Etude: σύντομο μουσικό κομμάτι που συνήθως έχει ρόλο παιδαγωγικό ή βοηθά στη μελέτη ενός οργάνου.

F: η νότα Φα

Falsetto: τεχνική που χρησιμοποιούν οι ανδρικές φωνές για να πετύχουν φθόγγους που ξεπερνούν την κανονική έκταση της φωνής τους.

Flam: “απατηλό τυμπάνισμα”. Ρυθμικό σχήμα δυο φθόγγων, στον τρόπο εκτέλεσης του ταμπούρου (“ανοιχτά” ή “κλειστά”, ανάλογα με το αν ο πρώτος ή ο δεύτερος φθόγγος βρίσκονται στο ισχυρό μέρος του μέτρου).

Fuoco: φωτιά. Con fuoco: με δύναμη και ταχύτητα.

Furioso: με μανία.

G: η νότα Σολ.

Galliard: ζωηρός χορός του 15ου αιώνα, σε απλό τριμερές μέτρο.

Gigue, Giga: ζωηρός χορός του 17ου αιώνα σε σύνθετο διμερές ή τριμερές μέτρο.

Giocoso: παιχνιδιάρικο.

Giusto: ακριβής, αυστηρός, σωστός.

Gloria: Δοξαστικό. Μέρος της Θείας Λειτουργίας των Καθολικών.

Grave: αργά και επίσημα. (Ως όρος τονικού ύψους: χαμηλό.)

Grazioso: χαριτωμένο.

H: στη Γερμανική αλφαβητική σημειογραφία, η νότα Σι.

Half-Step: το ημιτόνιο, στα αγγλικά.

Hornpipe: χορός, κάποτε δημοφιλής στα βρετανικά νησιά, αλλά και πνευστό όργανο συνηθισμένο στις κέλτικες περιοχές της Βρετανίας.

Impromptu: “σύμφωνο με την έμπνευση της στιγμής”, σύντομο, αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα, κομμάτι.

Invention: σύντομο αντιστικτικό κομμάτι.

Jam Session: εκτέλεση μουσικής τζαζ από μουσικούς που αυτοσχεδιάζουν συλλογικά, χωρίς συγκεκριμένη φόρμα.

Kreuz: “σταυρός”, η δίεση στα γερμανικά.

Lacrimoso: δακρύβρεχτο, λυπητερό.

Largo: ευρύ, αργό, με επίσημο ύφος.

Legato: “δεμένο”. Εκτέλεση με τρόπο που να μη γίνεται αντιληπτό κενό ανάμεσα στους φθόγγους.

Leggero (ή Leggiero): ελαφρό.

Leitmotiv (ή, λανθασμένα, Leitmotif): καθοδηγητικό μοτίβο. Σύντομη και συνεχώς επανερχόμενη μουσική ιδέα που περιγράφει κάποιο πρόσωπο ή πράγμα ή κάποια αφηρημένη έννοια.

Libretto: το κείμενο για μια όπερα ή για ένα ορατόριο.

Lontano: απόμακρο.

Lullaby: νανούρισμα.

Lyrics: οι στίχοι ενός σημερινού τραγουδιού (Επίσης, οι μελοποιημένοι στίχοι κάποιου “μιούζικαλ”).

Lusingando: κολακευτικά.

Ma non troppo: “αλλά όχι υπερβολικά”

Maestoso: μεγαλοπρεπές, επιβλητικό.

Marcato: τονισμένο, κάθε νότα με έμφαση.

March: το εμβατήριο.

Meno: “λιγότερο”.

Moderato: μετριασμένο, κρατημένο.

Molto: πολύ.

Morendo: “πεθαίνοντας”. Βαθμιαίο σβήσιμο της μουσικής.

Mosso: με κίνηση. (moto: κίνηση).

Nachtmusik: “Νυκτερινή Μουσική”, σερενάτα.

Nocturne (ή Notturno): “Νυκτερινό”, νυκτωδία. Σύνθεση που υποβάλλει νυκτερινή ατμόσφαιρα.

Op. (συντομογραφία του Opus): “Έργο”. Την λέξη ακολουθεί ένας αριθμός (πχ.: Op. 50 ή Opus 50) για να δηλώσει την αρίθμηση των έργων ενός συνθέτη.

Ostinato: μια επίμονη μουσική φράση ή κάποιος επίμονος ρυθμός.

Perdendo, perdendosi: “που χάνεται”, εξασθενεί σταδιακά.

Pesante: βαρύ, οι νότες παίζονται “καθιστά”, δίχως να τονίζονται.

Piu: “περισσότερο”.

Poco: “λίγο”.

Quasi: σαν, σχεδόν.

Rallentando,(Rall.): με σταδιακή επιβράδυνση.

Riff: όρος της τζαζ για ένα σύντομο, επαναλαμβανόμενο ενόργανο μουσικό πέρασμα.

Risoluto: “αποφασιστικά”.

Ritardando: με σταδιακή επιβράδυνση, “αργοπορώντας”.

Ritenuto: με απότομη επιβράδυνση.

Rubato (ή Tempo Rubato): “Κλεμμένος Χρόνος”. Όταν αγνοείται για λίγο το αυστηρό μέτρημα του χρόνου.

Scherzando: αστεία, περιπαικτικά.

Scherzoso: παιχνιδιάρικα.

Sciolto: χαλαρά.

Sempre: πάντα, συνεχώς.

Sharp: η δίεση στα αγγλικά.

Simile: παρομοίως, με τον ίδιο τρόπο.

Soave: απαλά, ευγενικά.

Sostenuto: “συγκρατημένο”. Οι νότες πρέπει να ακούγονται με όλη τους τη διάρκεια, ομαλά.

Spiritoso: “πνευματώδες”.

Staccato: “χωρισμένο”. Κάθε νότα διαρκεί λιγότερο από την αξία της, για να χωρίζεται από την επόμενη.

Staff: το πεντάγραμμο στα αγγλικά.

Stringendo: “συμπιεσμένο”. Αύξηση της έντασης, μαζί με επιτάχυνση του ρυθμού.

Sussurando: “ψιθυριστά”, “σαν θρόισμα”.

Tacet: “σιωπηλό”. Όταν κάποιο όργανο δεν έχει να παίξει κάποιο μέρος για αρκετό χρόνο.

Tanto: “πάρα πολύ”, “τόσο πολύ”.

Tempo: ο χρόνος. Η ταχύτητα με την οποία παίζεται ένα κομμάτι.

Tenendo: “κρατώντας” τη μελωδία.

Tenuto: η νότα “κρατιέται” σε όλη της τη διάρκεια (μερικές φορές και περισσότερο).

Tranquillo: ήσυχο, ήρεμο.

Troppo: πάρα πολύ.

Tutti: όλοι.

Un po’ (Un poco): λίγο.

Vivace: γρήγορα και ζωηρά.

Vivo: ζωντανό, ζωηρό.

Advertisements

One thought on “ΔΙΑΣΗΜΟΙ ΛΑΤΙΝΙΚΟΙ ΟΡΟΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s